σχολιασμός
•
- η διατύπωση ή εκφορά σχολίων για κάποιο ζήτημα ή γεγονός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχολιασμός < σχολιάζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολιασμός | σχολιασμοί |
| Γενική | σχολιασμού | σχολιασμών |
| Αιτιατική | σχολιασμό | σχολιασμούς |
| Κλητική | σχολιασμέ | σχολιασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →