σχολικό
•
- μέσο μεταφορώνειδικό αυτοκίνητο κίτρινου χρώματος το οποίο μεταφέρει μαθητές σχολείων απ' τα σπίτια τους στο σχολείο και αντίστροφα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σχολικό< ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου σχολικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σχολικό | σχολικά |
| Γενική | σχολικού | σχολικών |
| Αιτιατική | σχολικό | σχολικά |
| Κλητική | σχολικό | σχολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →