σωθικά
•
- οικείοτα εντόσθια, τα σπλάχνα και (γενικότερα) τα μέσα Βικιλεξικό
- (λαϊκότροπο) τ' άντερα
Ετυμολογία
σωθικά < μεσαιωνική ελληνική σωθικά < αρχαία ελληνική ἔσωθεν < ἔσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σωθικά | σωθικά |
| Γενική | — | σωθικών |
| Αιτιατική | — | σωθικά |
| Κλητική | — | σωθικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →