Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωκρατικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαφιλόσοφος που μελετά τη σωκρατική φιλοσοφία ή είναι οπαδός της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σωκρατικός < αρχαία ελληνική Σωκρατικός < Σωκράτης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσωκρατική / σωκρατικός / σωκρατικόσωκρατικές / σωκρατικοί / σωκρατικά
Γενικήσωκρατικής / σωκρατικού / σωκρατικούσωκρατικών / σωκρατικών / σωκρατικών
Αιτιατικήσωκρατική / σωκρατικό / σωκρατικόσωκρατικές / σωκρατικούς / σωκρατικά
Κλητικήσωκρατική / σωκρατικέ / σωκρατικόσωκρατικές / σωκρατικοί / σωκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σωκρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Σωκράτη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοσωκρατικοί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σωκρατικός < αρχαία ελληνική Σωκρατικός < Σωκράτης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωκρατικόςσωκρατικήσωκρατικό
Γενικήσωκρατικούσωκρατικήςσωκρατικού
Αιτιατικήσωκρατικόσωκρατικήσωκρατικό
Κλητικήσωκρατικέσωκρατικήσωκρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωκρατικοίσωκρατικέςσωκρατικά
Γενικήσωκρατικώνσωκρατικώνσωκρατικών
Αιτιατικήσωκρατικούςσωκρατικέςσωκρατικά
Κλητικήσωκρατικοίσωκρατικέςσωκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →