σωληνάριο
•
- μικρός σωλήνας, συνήθως από γυαλί, ο οποίος χρησιμοποιείται για την αποθήκευση χαπιών ή ταμπλετών Βικιλεξικό
- θήκη μικρών διαστάσεων στην οποία τοποθετείται κάποια παχύρρευστη ουσία, όπως π.χ. η οδοντόκρεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωληνάριο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωληνάριον < αρχαία ελληνική σωλήν + -άριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σωληνάριο | σωληνάρια |
| Γενική | σωληνάριου / σωληναρίου | σωληνάριων / σωληναρίων |
| Αιτιατική | σωληνάριο | σωληνάρια |
| Κλητική | σωληνάριο | σωληνάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →