σωμασκία
•
- αρχαιοπρεπέςη σωματική άσκηση και γύμναση, η γυμναστική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωμασκία < αρχαία ελληνική σωμασκία < σῶμα + ἀσκέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σωμασκία | σωμασκίες |
| Γενική | σωμασκίας | σωμασκιών |
| Αιτιατική | σωμασκία | σωμασκίες |
| Κλητική | σωμασκία | σωμασκίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →