σωματιδιακός
•
- που αφορά σωματίδιο, -α Βικιλεξικό
- που αφορά την σωματιδιακή φυσική Βικιλεξικό
- δομοστοιχειωτός, αποτελούμενος από διακριτές μονάδες που (συνήθως) δεν δύναται να αναμειχθούν ομοιογενώς αλλά μεταφέρονται αυτούσιες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωματιδιακός, -ή, -ό < σωματίδιο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωματιδιακό / σωματιδιακός | σωματιδιακή | σωματιδιακό |
| Γενική | σωματιδιακού | σωματιδιακής | σωματιδιακού |
| Αιτιατική | σωματιδιακό | σωματιδιακή | σωματιδιακό |
| Κλητική | σωματιδιακέ | σωματιδιακή | σωματιδιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωματιδιακοί | σωματιδιακές | σωματιδιακά |
| Γενική | σωματιδιακών | σωματιδιακών | σωματιδιακών |
| Αιτιατική | σωματιδιακούς | σωματιδιακές | σωματιδιακά |
| Κλητική | σωματιδιακοί | σωματιδιακές | σωματιδιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →