Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωματιδιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά σωματίδιο, -α Βικιλεξικό
  2. που αφορά την σωματιδιακή φυσική Βικιλεξικό
  3. δομοστοιχειωτός, αποτελούμενος από διακριτές μονάδες που (συνήθως) δεν δύναται να αναμειχθούν ομοιογενώς αλλά μεταφέρονται αυτούσιες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σωματιδιακός, -ή, -ό < σωματίδιο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωματιδιακό / σωματιδιακόςσωματιδιακήσωματιδιακό
Γενικήσωματιδιακούσωματιδιακήςσωματιδιακού
Αιτιατικήσωματιδιακόσωματιδιακήσωματιδιακό
Κλητικήσωματιδιακέσωματιδιακήσωματιδιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωματιδιακοίσωματιδιακέςσωματιδιακά
Γενικήσωματιδιακώνσωματιδιακώνσωματιδιακών
Αιτιατικήσωματιδιακούςσωματιδιακέςσωματιδιακά
Κλητικήσωματιδιακοίσωματιδιακέςσωματιδιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →