σωματολογικός
•
- ιατρικήσχετικός με την σωματολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωματολογικός < σωματολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωματολογικός | σωματολογική | σωματολογικό |
| Γενική | σωματολογικού | σωματολογικής | σωματολογικού |
| Αιτιατική | σωματολογικό | σωματολογική | σωματολογικό |
| Κλητική | σωματολογικέ | σωματολογική | σωματολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωματολογικοί | σωματολογικές | σωματολογικά |
| Γενική | σωματολογικών | σωματολογικών | σωματολογικών |
| Αιτιατική | σωματολογικούς | σωματολογικές | σωματολογικά |
| Κλητική | σωματολογικοί | σωματολογικές | σωματολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →