Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωματοποίηση

/so.ma.toˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να σωματοποιώ Βικιλεξικό
  2. ψυχιατρικήμπέρδεμα ενός συναισθηματικού πόνου του ατόμου με ένα φυσικό σωματικό πόνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σωματοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωματοποίη(σις) + -ση Μορφολογικά, (σώμα) σωματ- + -ο- + -ποίηση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσωματοποίησησωματοποιήσεις
Γενικήσωματοποίησηςσωματοποιήσεων
Αιτιατικήσωματοποίησησωματοποιήσεις
Κλητικήσωματοποίησησωματοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →