Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωματοποιούμαι

ρήμα
•
  1. επηρεάζω το σώμα, εκδηλωνομαι με ένα σωματικό σύμπτωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σωματοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος σωματοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσωματοποιούμαισωματοποιείσαισωματοποιείταισωματοποιούμαστεσωματοποιείστεσωματοποιούνται
Παρατατικόςσωματοποιούμουνσωματοποιούσουνσωματοποιούντανσωματοποιούμασταν / σωματοποιούμαστεσωματοποιούσασταν / σωματοποιούσαστεσωματοποιούνταν
Αόριστοςσωματοποιήθηκασωματοποιήθηκεςσωματοποιήθηκεσωματοποιηθήκαμεσωματοποιηθήκατεσωματοποιήθηκαν / σωματοποιηθήκαν / σωματοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα σωματοποιηθώ / θα σωματοποιούμαιθα σωματοποιείσαι / θα σωματοποιηθείςθα σωματοποιείται / θα σωματοποιηθείθα σωματοποιηθούμε / θα σωματοποιούμαστεθα σωματοποιείστε / θα σωματοποιηθείτεθα σωματοποιηθούν / θα σωματοποιηθούνε / θα σωματοποιούνται
Παρακείμενοςέχω σωματοποιηθείέχεις σωματοποιηθείέχει σωματοποιηθείέχουμε σωματοποιηθείέχετε σωματοποιηθείέχουν σωματοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα σωματοποιηθείείχες σωματοποιηθείείχε σωματοποιηθείείχαμε σωματοποιηθείείχατε σωματοποιηθείείχαν σωματοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω σωματοποιηθεί / να σωματοποιηθώ / να σωματοποιούμαινα έχεις σωματοποιηθεί / να σωματοποιείσαι / να σωματοποιηθείςνα έχει σωματοποιηθεί / να σωματοποιείται / να σωματοποιηθείνα έχουμε σωματοποιηθεί / να σωματοποιηθούμε / να σωματοποιούμαστενα έχετε σωματοποιηθεί / να σωματοποιείστε / να σωματοποιηθείτενα έχουν σωματοποιηθεί / να σωματοποιηθούν / να σωματοποιηθούνε / να σωματοποιούνται
Προστακτική—σωματοποιήσου——σωματοποιείστε / σωματοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →