σωματοποιούμαι
•
- επηρεάζω το σώμα, εκδηλωνομαι με ένα σωματικό σύμπτωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωματοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος σωματοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σωματοποιούμαι | σωματοποιείσαι | σωματοποιείται | σωματοποιούμαστε | σωματοποιείστε | σωματοποιούνται |
| Παρατατικός | σωματοποιούμουν | σωματοποιούσουν | σωματοποιούνταν | σωματοποιούμασταν / σωματοποιούμαστε | σωματοποιούσασταν / σωματοποιούσαστε | σωματοποιούνταν |
| Αόριστος | σωματοποιήθηκα | σωματοποιήθηκες | σωματοποιήθηκε | σωματοποιηθήκαμε | σωματοποιηθήκατε | σωματοποιήθηκαν / σωματοποιηθήκαν / σωματοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα σωματοποιηθώ / θα σωματοποιούμαι | θα σωματοποιείσαι / θα σωματοποιηθείς | θα σωματοποιείται / θα σωματοποιηθεί | θα σωματοποιηθούμε / θα σωματοποιούμαστε | θα σωματοποιείστε / θα σωματοποιηθείτε | θα σωματοποιηθούν / θα σωματοποιηθούνε / θα σωματοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω σωματοποιηθεί | έχεις σωματοποιηθεί | έχει σωματοποιηθεί | έχουμε σωματοποιηθεί | έχετε σωματοποιηθεί | έχουν σωματοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα σωματοποιηθεί | είχες σωματοποιηθεί | είχε σωματοποιηθεί | είχαμε σωματοποιηθεί | είχατε σωματοποιηθεί | είχαν σωματοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω σωματοποιηθεί / να σωματοποιηθώ / να σωματοποιούμαι | να έχεις σωματοποιηθεί / να σωματοποιείσαι / να σωματοποιηθείς | να έχει σωματοποιηθεί / να σωματοποιείται / να σωματοποιηθεί | να έχουμε σωματοποιηθεί / να σωματοποιηθούμε / να σωματοποιούμαστε | να έχετε σωματοποιηθεί / να σωματοποιείστε / να σωματοποιηθείτε | να έχουν σωματοποιηθεί / να σωματοποιηθούν / να σωματοποιηθούνε / να σωματοποιούνται |
| Προστακτική | — | σωματοποιήσου | — | — | σωματοποιείστε / σωματοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →