σωματοφυλακή
•
- ομάδα αποτελούμενη από σωματοφύλακες καθώς και η προστασία που παρέχει Βικιλεξικό
- Στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που είχε αφήσει πίσω του ένας αέρας ζεστός σαν χαμσίνι, ο Νάσερ με γκρίζο κουστούμι, όρθιος στο ανοιχτό του αυτοκίνητο, περιτριγυρισμένος από τη σωματοφυλακή του, διέσχιζε αργά τους δρόμους της Αλεξάνδρειας, ανασαίνοντας το διακριτικό της άρωμα από τα φούλια και τα γιασεμιά. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
Ετυμολογία
σωματοφυλακή < σωματοφύλακας + -ή (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική bodyguarding)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σωματοφυλακή | σωματοφυλακές |
| Γενική | σωματοφυλακής | σωματοφυλακών |
| Αιτιατική | σωματοφυλακή | σωματοφυλακές |
| Κλητική | σωματοφυλακή | σωματοφυλακές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →