σωπαίνω
•
- αμετάβατοδεν μιλώ, δεν βγάζω κάποιον ήχο Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: σιωπώ
- (σπάνια μεταβατικό κάνω κάποιον να μην μιλάει Βικιλεξικό
- Το παιδί ξαναταράχτηκε, γκρίνιασε κι η μάνα του αφού το σώπασε το είπε με ήσυχη φωνή: «Πολύ ανήσυχο είναι αυτό το παιδί απόψε». (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])
Ετυμολογία
σωπαίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σωπαίνω < αρχαία ελληνική σιωπάω / σιωπῶ < σιωπή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *su̯ī- (αδύναμος, σιωπηλός)
Άλλοι τύποι
σώπασα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →