Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωραίος

επιφώνημα
•
  1. επιφωνηματική έκφρασηπροσφώνηση επιδοκιμασίας ή θαυμασμού προς κάποιον που είπε κάτι έξυπνο ή έκανε κάτι σωστό· επιτατικό της απλούστερης αναφώνησης ωραίος! Βικιλεξικό
    • Επίσης στο πεδίο των επιφωνηματικών φράσεων και προτάσεων παρατηρούμε αντίστοιχες συγκολλητικές διαδικασίες: ζμπούτσαμ! (<στην πούτσα μου!), σωραίος!/ σωραία! (<είσαι ωραίος!, είσαι ωραία!), ασταδιάλα! (α στο διάολο!). (Στυλιανός Μπενέτος, Τα Ελληνικά Επιφωνήματα: Ήχοι, Σχηματισμοί, Αποτυπώσεις, Διπλωματική Μεταπτυχιακή Εργασία Α ́ Κύκλου 2016-2017, Φιλοσοφική Σχολή ΑΠΘ, Τμήμα Φιλολογίας, Τομέας Γλωσσολογίας, σελ. 119 http://ikee.lib.auth.gr/record/295566/files/Benetos.pdf)
    • Σωραίος ρε Μάγκα – Έπλυνε το αυτοκίνητό του μέσα σε νεκροταφείο στο Αγρίνιο. Δεν τον ενδιέφερε τίποτε (από μπλογκ, ανακτήθηκε στις 21/7/2022, η καταχώρηση συνοδευόταν με την αντίστοιχη φωτογραφία)

Ετυμολογία

σωραίος < συμφυρμός των (εί)'σαι + ωραίος

Άλλοι τύποι

σωραία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →