σωρείτης
•
- λόγιοσόφισμα, λογοπαίγνιο της Μεγαρικής ή Εριστικής Σχολής: Βικιλεξικό
- «Μετά από ποιό αριθμό κόκκων άμμου, μπορούμε να μιλάμε για σωρό;»
- μετεωρολογίαείδος μεγάλου πυκνού, λευκού κυρίως, νέφους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωρείτης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωρείτης : (μετεωρολογικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική cumulus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σωρείτης | σωρείτες |
| Γενική | σωρείτη | σωρειτών |
| Αιτιατική | σωρείτη | σωρείτες |
| Κλητική | σωρείτη | σωρείτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →