σωριάζω
•
- βάζω κάποια πράγματα έτσι, ώστε να σχηματιστεί σωρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωριάζω < σωρός + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σωριάζω | σωριάζεις | σωριάζει | σωριάζουμε | σωριάζετε | σωριάζουν / σωριάζουνε |
| Παρατατικός | σώριαζα | σώριαζες | σώριαζε | σωριάζαμε | σωριάζατε | σωριάζαν / σωριάζανε / σώριαζαν |
| Αόριστος | σώριασα | σώριασες | σώριασε | σωριάσαμε | σωριάσατε | σωριάσαν / σωριάσανε / σώριασαν |
| Μέλλοντας | θα σωριάζω / θα σωριάσω | θα σωριάζεις / θα σωριάσεις | θα σωριάζει / θα σωριάσει | θα σωριάζουμε / θα σωριάσουμε | θα σωριάζετε / θα σωριάσετε | θα σωριάζουν / θα σωριάζουνε / θα σωριάσουν / θα σωριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σωριάσει | έχεις σωριάσει | έχει σωριάσει | έχουμε σωριάσει | έχετε σωριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σωριάσει | είχες σωριάσει | είχε σωριάσει | είχαμε σωριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σωριάσει / να σωριάζω / να σωριάσω | να έχεις σωριάσει / να σωριάζεις / να σωριάσεις | να έχει σωριάσει / να σωριάζει / να σωριάσει | να έχουμε σωριάσει / να σωριάζουμε / να σωριάσουμε | να έχετε σωριάσει / να σωριάζετε / να σωριάσετε | να σωριάζουν / να σωριάζουνε / να σωριάσουν / να σωριάσουνε |
| Προστακτική | — | σώριαζε / σώριασε | — | — | σωριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σωριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →