σωσίβια λέμβος
•
- ναυτικός όροςβάρκα ειδικής κατασκευής ώστε να μη βουλιάζει εύκολα, με εφόδια (τρόφιμα, νερό, φάρμακα, όργανα ειδοποίησης) για την επιβίβαση σε περίπτωση που πρέπει να εγκαταλειφθεί πλοίο ή γενικά σε ανάγκη διάσωσης ναυαγών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωσίβια λέμβος < καθαρεύουσα σωσίβιος λέμβος (θηλυκό), → δείτε τις λέξεις σωσίβιος και λέμβος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σωσίβια λέμβος | σωσίβιες λέμβοι |
| Γενική | σωσίβιας λέμβου | σωσίβιων λέμβων |
| Αιτιατική | σωσίβια λέμβο | σωσίβιες λέμβους |
| Κλητική | σωσίβια λέμβε | σωσίβιες λέμβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →