σωσίβιος
•
- λόγιοπου χρησιμοποιείται για να σώζονται ανθρώπινες ζωές Βικιλεξικό
- σωσίβια λέμβος
- ουσιαστικοποιημένοσωσίβιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωσίβιος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σωσίβιος, -ος, -ον < θέμα του αορίστου του σώζω) σωσ- + -ί- + βίος, αρχαία ελληνική: μόνον ανθρωπωνύμιο Σωσίβιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωσίβιος | σωσίβια | σωσίβιο |
| Γενική | σωσίβιου | σωσίβιας | σωσίβιου |
| Αιτιατική | σωσίβιο | σωσίβια | σωσίβιο |
| Κλητική | σωσίβιε | σωσίβια | σωσίβιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωσίβιοι | σωσίβιες | σωσίβια |
| Γενική | σωσίβιων | σωσίβιων | σωσίβιων |
| Αιτιατική | σωσίβιους | σωσίβιες | σωσίβια |
| Κλητική | σωσίβιοι | σωσίβιες | σωσίβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →