Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωσίβιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου χρησιμοποιείται για να σώζονται ανθρώπινες ζωές Βικιλεξικό
    • σωσίβια λέμβος
  2. ουσιαστικοποιημένοσωσίβιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σωσίβιος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα σωσίβιος, -ος, -ον < θέμα του αορίστου του σώζω) σωσ- + -ί- + βίος, αρχαία ελληνική: μόνον ανθρωπωνύμιο Σωσίβιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωσίβιοςσωσίβιασωσίβιο
Γενικήσωσίβιουσωσίβιαςσωσίβιου
Αιτιατικήσωσίβιοσωσίβιασωσίβιο
Κλητικήσωσίβιεσωσίβιασωσίβιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωσίβιοισωσίβιεςσωσίβια
Γενικήσωσίβιωνσωσίβιωνσωσίβιων
Αιτιατικήσωσίβιουςσωσίβιεςσωσίβια
Κλητικήσωσίβιοισωσίβιεςσωσίβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →