σωστός
•
- που ανταποκρίνεται στην αλήθεια Βικιλεξικό
- Η λύση της άσκησης έδωσε το σωστό αποτέλεσμα.
- που γίνεται με κατάλληλο τρόπο, εκπληρώνοντας όλες τις προδιαγραφές Βικιλεξικό
- κάποιος που δρα σύμφωνα με τα αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς Βικιλεξικό
- Είναι πολύ σωστός σε όλα του.
- πραγματικός, αληθινός Βικιλεξικό
- κάνω σωστή βλακεία
Ετυμολογία
σωστός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωστός (σωσμένος) (η σημασία, μεσαιωνική) < σῴζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωστός | σωστή | σωστό |
| Γενική | σωστού | σωστής | σωστού |
| Αιτιατική | σωστό | σωστή | σωστό |
| Κλητική | σωστέ | σωστή | σωστό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωστοί | σωστές | σωστά |
| Γενική | σωστών | σωστών | σωστών |
| Αιτιατική | σωστούς | σωστές | σωστά |
| Κλητική | σωστοί | σωστές | σωστά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →