Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωστός

/soˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανταποκρίνεται στην αλήθεια Βικιλεξικό
    • Η λύση της άσκησης έδωσε το σωστό αποτέλεσμα.
  2. που γίνεται με κατάλληλο τρόπο, εκπληρώνοντας όλες τις προδιαγραφές Βικιλεξικό
  3. κάποιος που δρα σύμφωνα με τα αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς Βικιλεξικό
    • Είναι πολύ σωστός σε όλα του.
  4. πραγματικός, αληθινός Βικιλεξικό
    • κάνω σωστή βλακεία

Ετυμολογία

σωστός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωστός (σωσμένος) (η σημασία, μεσαιωνική) < σῴζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωστόςσωστήσωστό
Γενικήσωστούσωστήςσωστού
Αιτιατικήσωστόσωστήσωστό
Κλητικήσωστέσωστήσωστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωστοίσωστέςσωστά
Γενικήσωστώνσωστώνσωστών
Αιτιατικήσωστούςσωστέςσωστά
Κλητικήσωστοίσωστέςσωστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →