σωτηρία
•
- απαλλαγή, απελευθέρωση από δύσκολη κατάσταση, κίνδυνο ή ασθένεια Βικιλεξικό
- Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
- στη θρησκείαη λύτρωση της ανθρωπότητας από δεινά όπως ο πόνος, η κακία ή ο θάνατος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωτηρία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σωτηρία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →