Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωφέρ

ουσιαστικό
•
  1. επάγγελμαεναλλακτική ορθογραφία του απλογραφημένου σοφέρ Βικιλεξικό
    • Ἀναφέρετε ἐπί παραδείγματι εἰς οἱονδήποτε «τάξιμαν» σωφέρ ταξί, τό «Ἔϊς ὄφ σπέϊντ», καί δέν θά σᾶς ζητήσει καμμιά ἄλλην πρόσθετον πληροφορίαν. Ὅλοι τους ξεύρουν τό ὄνομα τοῦ κέντρου αὐτοῦ τῆς μόδας. (Εφημερίδα Θάρρος, 1935 https://tharrosdrama.gr/wp-content/uploads/2023/09/04-01-1935-003.pdf)

Ετυμολογία

σωφέρ < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →