σωφρονιστικός
•
- νομικός όροςπου έχει σχέση με τον σωφρονισμό ή αναφέρεται σε αυτόν (ιδίως αναφορικά με τις φυλακές) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σωφρονιστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωφρονιστικός (που διορθώνει), κατά την σημασία των σωφρονίζω και σωφρονιστής. Συγχρονικά αναλύεται σε σώφρον(ίζω) + -ιστικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωφρονιστικός | σωφρονιστική | σωφρονιστικό |
| Γενική | σωφρονιστικού | σωφρονιστικής | σωφρονιστικού |
| Αιτιατική | σωφρονιστικό | σωφρονιστική | σωφρονιστικό |
| Κλητική | σωφρονιστικέ | σωφρονιστική | σωφρονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σωφρονιστικοί | σωφρονιστικές | σωφρονιστικά |
| Γενική | σωφρονιστικών | σωφρονιστικών | σωφρονιστικών |
| Αιτιατική | σωφρονιστικούς | σωφρονιστικές | σωφρονιστικά |
| Κλητική | σωφρονιστικοί | σωφρονιστικές | σωφρονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →