Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σωφρονιστικός

/so.fɾo.nis.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςπου έχει σχέση με τον σωφρονισμό ή αναφέρεται σε αυτόν (ιδίως αναφορικά με τις φυλακές) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σωφρονιστικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σωφρονιστικός (που διορθώνει), κατά την σημασία των σωφρονίζω και σωφρονιστής. Συγχρονικά αναλύεται σε σώφρον(ίζω) + -ιστικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωφρονιστικόςσωφρονιστικήσωφρονιστικό
Γενικήσωφρονιστικούσωφρονιστικήςσωφρονιστικού
Αιτιατικήσωφρονιστικόσωφρονιστικήσωφρονιστικό
Κλητικήσωφρονιστικέσωφρονιστικήσωφρονιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσωφρονιστικοίσωφρονιστικέςσωφρονιστικά
Γενικήσωφρονιστικώνσωφρονιστικώνσωφρονιστικών
Αιτιατικήσωφρονιστικούςσωφρονιστικέςσωφρονιστικά
Κλητικήσωφρονιστικοίσωφρονιστικέςσωφρονιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →