Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σόδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κοινή ονομασία του υδρογονανθρακικού ανθρακικού Βικιλεξικό
  2. η κοινή ονομασία του διττανθρακικού ανθρακικού, η σόδα μαγειρικής Βικιλεξικό
    • λένε ότι η σόδα απορροφάει τις διάφορες μυρουδιές του ψυγείου
  3. μεταλλικό νερό που περιέχει ανθρακικό νάτριο Βικιλεξικό
    • πιάσε μια ρετσίνα και μια σόδα
    • Ένα γκαρσόνι με μοβ σακάκι και μαύρο παπιγιόν μας πλησίασε, έτοιμο να ικανοποιήσει δουλοπρεπώς κάθε μας επιθυμία. Παραγγείλαμε ουίσκι, σόδα κι αναψυκτικά. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορίες για τη θάλασσα από την ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως, 1999, σελ. 309)
  4. οικείογενική ονομασία για αεριούχο σκεύασμα χωρίς αρωματικές ύλες φρούτων (π.χ. το σπράιτ, η σέβεναπ κλπ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σόδα < (άμεσο δάνειο) ιταλική soda

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσόδασόδες
Γενικήσόδας—
Αιτιατικήσόδασόδες
Κλητικήσόδασόδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →