σόδιασμα
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σοδιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σόδιασμα < σοδιάζω + -μα < μεσαιωνική ελληνική σοδιάζω < ἐσοδιάζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική εἴσοδος < εἰς + ὁδός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σόδιασμα | σοδιάσματα |
| Γενική | σοδιάσματος | σοδιασμάτων |
| Αιτιατική | σόδιασμα | σοδιάσματα |
| Κλητική | σόδιασμα | σοδιάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →