σόλιδος
•
- νόμισμαβυζαντινό νόμισμα, το οποίο κόπηκε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και χρησιμοποιήθηκε από τον 4ο έως τον 11ο αιώνα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σόλιδος < μεσαιωνική ελληνική σόλιδος < λατινική solidus (χρυσό νόμισμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σόλιδος | σόλιδοι |
| Γενική | σολίδου | σολίδων |
| Αιτιατική | σόλιδο | σολίδους |
| Κλητική | σόλιδε | σόλιδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →