Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύγκαιρα

/ˈsiŋ.ɟe.ɾa/επίρρημα
•
  1. εγκαίρως, τη σωστή ώρα Βικιλεξικό
  2. συγχρόνως Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύγκαιρα < ελληνιστική κοινή σύγκαιρ(ος) + νεοελληνική κατάληξη επιρρημάτων -α Δείτε σύγ- (συν), καιρός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →