Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύγκλινον

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθαρεύουσασύγκλινο (γεωλογία) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σύγκλινον

επίθετο
•
  1. αιτιατική ενικού, αρσενικού ή θηλυκού γένους του σύγκλινος Βικιλεξικό
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του σύγκλινος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →