σύγκλυση
•
- πλημμύρα Βικιλεξικό
- μετεωρολογίαπολυομβρία, ραγδαία βροχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύγκλυση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική σύγκληση (πλημμύρα) < συγκλύζω. Μορφολογικά αναλύεται σε σύγ- + κλύ(ζω) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκλυση | συγκλύσεις |
| Γενική | σύγκλυσης | συγκλύσεων |
| Αιτιατική | σύγκλυση | συγκλύσεις |
| Κλητική | σύγκλυση | συγκλύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →