σύγκρια
•
- λαογραφίαη δεύτερη άτυπη «σύζυγος» / σύντροφος ενός νυμφευμένου άντρα, όταν η πρώτη επίσημη / νόμιμη σύζυγος δεν του γεννούσε παιδιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύγκρια < συν- + κυρία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύγκρια | σύγκριες |
| Γενική | σύγκριας | σύγκριων |
| Αιτιατική | σύγκρια | σύγκριες |
| Κλητική | σύγκρια | σύγκριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →