σύδεντρο
•
- συστάδα δέντρων Βικιλεξικό
- Κάθε τόσο εγκαταλείπαμε το φορτηγό και τρέχαμε να κρυφτούμε σε σύδεντρα, κάτω από γεφύρια, σε αναχώματα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
σύδεντρο < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σύνδενδρον, ουδέτερο του σύνδενδρος (που προφερόταν με [ndr]) με αποβολή του [n] από το [sin+ð]
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύδεντρο | σύδεντρα |
| Γενική | σύδεντρου | σύδεντρων |
| Αιτιατική | σύδεντρο | σύδεντρα |
| Κλητική | σύδεντρο | σύδεντρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →