σύζευξη
•
- το ζέψιμο δύο ή περισσοτέρων υποζυγίων (αλόγων, βοδιών, κ.ά.) για όργωμα, μεταφορά άμαξας, κ.λπ. Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυνένωση, συναρμογή, στενή σύνδεση Βικιλεξικό
- σύζευξη σκοπών
- συνένωση μηχανών ή ηλεκτρικών συσκευών, ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα Βικιλεξικό
- βιολογίαη ένωση δύο ανθρώπων και η ανταλλαγή γεννητικών προϊόντων Βικιλεξικό
- η ένωση διά του γάμου Βικιλεξικό
- λογικήλογικός δυαδικός τελεστής (πράξη) που δέχεται δύο λογικές προτάσεις και δίνει αποτέλεσμα 'Αληθής' (true) όταν και οι δύο προτάσεις είναι 'Αληθείς', αλλιώς δίνει 'Ψευδής' (false) Βικιλεξικό
- Συμβολισμός: ∧, όπως p∧q, όπου p,q λογικές προτάσεις και διαβάζεται «p και q»
- Αντίθετο: διάζευξη
- Υπερώνυμο: λογικό συνδετικό
- λογικήη σύνθετη λογική πρόταση (συζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∧ (βλ. προηγούμενο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύζευξη < αρχαία ελληνική σύζευξις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική copulation / jonction / liaison)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύζευξη | συζεύξεις |
| Γενική | σύζευξης | συζεύξεων |
| Αιτιατική | σύζευξη | συζεύξεις |
| Κλητική | σύζευξη | συζεύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →