Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύζευξη

/ˈsi.zef.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το ζέψιμο δύο ή περισσοτέρων υποζυγίων (αλόγων, βοδιών, κ.ά.) για όργωμα, μεταφορά άμαξας, κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσυνένωση, συναρμογή, στενή σύνδεση Βικιλεξικό
    • σύζευξη σκοπών
  3. συνένωση μηχανών ή ηλεκτρικών συσκευών, ώστε να λειτουργούν ταυτόχρονα Βικιλεξικό
  4. βιολογίαη ένωση δύο ανθρώπων και η ανταλλαγή γεννητικών προϊόντων Βικιλεξικό
  5. η ένωση διά του γάμου Βικιλεξικό
  6. λογικήλογικός δυαδικός τελεστής (πράξη) που δέχεται δύο λογικές προτάσεις και δίνει αποτέλεσμα 'Αληθής' (true) όταν και οι δύο προτάσεις είναι 'Αληθείς', αλλιώς δίνει 'Ψευδής' (false) Βικιλεξικό
    • Συμβολισμός: ∧, όπως p∧q, όπου p,q λογικές προτάσεις και διαβάζεται «p και q»
    • Αντίθετο: διάζευξη
    • Υπερώνυμο: λογικό συνδετικό
  7. λογικήη σύνθετη λογική πρόταση (συζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∧ (βλ. προηγούμενο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύζευξη < αρχαία ελληνική σύζευξις ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική copulation / jonction / liaison)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύζευξησυζεύξεις
Γενικήσύζευξηςσυζεύξεων
Αιτιατικήσύζευξησυζεύξεις
Κλητικήσύζευξησυζεύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →