σύζυγος
•
- οικογένειαο άντρας ή η γυναίκα σε ένα παντρεμένο ζευγάρι Βικιλεξικό
- Μετά τινας ἡμέρας, αἴφνης, κατόπιν δυὸ τριῶν ὡρῶν ἀπουσίας τοῦ συζύγου — ἀσυνήθους ἄλλως — ὁ οὐρανὸς αἰθρίασεν. Ἐκεῖνος ἔγεινεν ὁ σύζυγος τῶν πρώτων ἡμερῶν· εὔθυμος, διαχυτικός, τρυφερός… προπάντων τρυφερός, ὡσὰν εἰκοσαετὴς νεανίας. (Παναγιώτης Αξιώτης, Η αντίζηλος, 1899)
Ετυμολογία
σύζυγος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύζυγος < (σύν) σύ- + ζυγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύζυγος | σύζυγοι |
| Γενική | συζύγου / σύζυγου | συζύγων |
| Αιτιατική | σύζυγο | συζύγους |
| Κλητική | σύζυγε | σύζυγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →