σύθαμπο
•
- λογοτεχνικότο σούρουπο Βικιλεξικό
- Η πόλη, πολύχρωμη ακόμα και τη νύχτα, ήταν κατάφωτη, αλλά μονάχα κατά τόπους, όπως τα λιμάνια. Σκιές που τις παρέσυρε ο άνεμος σάρωναν τα πεζοδρόμια. Μέσα στο σύθαμπο τα λιγοστά δέντρα έμοιαζαν βουτηγμένα στην καρβουνόσκονη, με τα κλαδιά τους λυγισμένα από το βάρος της αιθάλης.
- λογοτεχνικότο λυκαυγές, το χάραμα Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Ανδρέας Καρκαβίτσας, Το βασιλόπουλο, από τη συλλογή διηγημάτων Λόγια της Πλώρης, εκδόσεις: Ιωάννης Δ. Κολλάρος, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1924.
Ετυμολογία
σύθαμπο < συν- + θαμπός + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύθαμπο | σύθαμπα |
| Γενική | σύθαμπου | σύθαμπων |
| Αιτιατική | σύθαμπο | σύθαμπα |
| Κλητική | σύθαμπο | σύθαμπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →