Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύλλαβος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ευρετήριο Βικιλεξικό
  2. εκκλησιαστικός όροςο κατάλαγος των αιρέσεων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύλλαβος (αντιδάνειο) < μεσαιωνική ελληνική σύλλαβος < λατινική syllabus < λανθασμένη γραφή του ελληνιστική κοινή σίλλυβος (ετικέτα βιβλίου)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύλλαβοςσύλλαβοι
Γενικήσυλλάβουσυλλάβων
Αιτιατικήσύλλαβοσυλλάβους
Κλητικήσύλλαβεσύλλαβοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →