σύλληψη
•
- η, από αρμόδια όργανα, αφαίρεση της ελευθερίας και ο περιορισμός των κινήσεων ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο Βικιλεξικό
- όλοι οι δραπέτες οδηγήθηκαν, μετά τη σύλληψή τους, στα κρατητήρια της ασφάλειας
- η συνένωση ωαρίου και σπερματοζωαρίου με αποτέλεσμα τη δημιουργία αρχικού κυττάρου οργανισμού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη αρχική νοητική αναπαράσταση μιας ιδέας Βικιλεξικό
- Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
- Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)
Ετυμολογία
σύλληψη < αρχαία ελληνική σύλληψις < συλλαμβάνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύλληψη | συλλήψεις |
| Γενική | σύλληψης | συλλήψεων |
| Αιτιατική | σύλληψη | συλλήψεις |
| Κλητική | σύλληψη | συλλήψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →