Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύλληψη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η, από αρμόδια όργανα, αφαίρεση της ελευθερίας και ο περιορισμός των κινήσεων ενός ατόμου που θεωρείται ύποπτο Βικιλεξικό
    • όλοι οι δραπέτες οδηγήθηκαν, μετά τη σύλληψή τους, στα κρατητήρια της ασφάλειας
  2. η συνένωση ωαρίου και σπερματοζωαρίου με αποτέλεσμα τη δημιουργία αρχικού κυττάρου οργανισμού Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη αρχική νοητική αναπαράσταση μιας ιδέας Βικιλεξικό
    • Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
    • Ἀπέναντι τῆς Μοίρας αὐτῆς δέν θά μποροῦσε νά ἀντιταχθεῖ παρά ἡ ψυχολατρία (manismus) καὶ ἡ ἐξευμενιστική λατρεία (θυσίες κλπ.) στοὺς «δαίμονες». Ένα σημαντικό βήμα γιὰ τὴ νόηση στάθηκε ἡ σύλληψη, ὁ ὁραματισμὸς τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ὡς ἑνιαίου ὀργανωμένου καὶ ἁρμονικοῦ Συνόλου (Νέα Εστία, τόμος 89, Ι. Δ. Κολλάρος και Σία, 1971, σελ. 520)

Ετυμολογία

σύλληψη < αρχαία ελληνική σύλληψις < συλλαμβάνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύλληψησυλλήψεις
Γενικήσύλληψηςσυλλήψεων
Αιτιατικήσύλληψησυλλήψεις
Κλητικήσύλληψησυλλήψεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →