Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύμβαση

/ˈsiɱ.va.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συνήθως στον πληθυντικόη γραπτή ή άγραφη συμφωνία μεταξύ των μελών μιας ομάδας ή κοινωνίας ότι θα υιοθετήσουν ορισμένες συνήθειες ή πρακτικές Βικιλεξικό
    • Κάποτε οι κοινωνικές συμβάσεις δεν επέτρεπαν στις γυναίκες να φοράνε παντελόνια.
    • Οι συντάκτες του Βικιλεξικού έχουν με τον καιρό υιοθετήσει ορισμένες συμβάσεις για τη μορφοποίηση των λημμάτων.
  2. γραπτό κείμενο συμφωνίας - συνθήκης με δεσμευτική ισχύ για όσους το υπέγραψαν Βικιλεξικό
    • εθνική συλλογική σύμβαση εργασίας
    • η διεθνής σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού
    • Όταν εντολοδόχος ισχυρίζεται ότι έχει κερδίσει το δικαίωμα σε προμήθεια το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, βασιζόμενοι στη σωστή ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ του εντολέα και του εντολοδόχου, το γεγονός που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί για να είναι πληρωτέα η προμήθεια, έχει στην ουσία πραγματοποιηθεί. (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 8, 1990, σελ. 4722)
    • Διά της συμβάσεως μισθώσεως εργασίας, ο μεν εκμισθωτής δικαιούται να παρέχει εφ' ορισμένον ή αόριστον χρόνον την εργασίαν αυτού εις τον μισθωτήν, ούτος δε να καταβάλη τον συμφωνηθέντα μισθόν. (άρθρο 648, παράγραφος 1 του Εργατικού Δικαίου. καθαρεύουσα, μεταγραφή σε μονοτονικό)

Ετυμολογία

σύμβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύμβα(σις) (συμβάδιση, συμφωνία) + -ση. Μορφολογικά αναλύεται σε σύμ- + βάσις :* για τις κοινωνικές συμβάσεις < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική conventions, πληθυντικός του convention.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύμβασησυμβάσεις
Γενικήσύμβασηςσυμβάσεων
Αιτιατικήσύμβασησυμβάσεις
Κλητικήσύμβασησυμβάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →