σύμμειγμα
•
- γλωσσολογίασυνώνυμο του συμφυρμός Βικιλεξικό
- οι λέξεις δυφίο, πετροδολλάριο είναι συμμείγματα
- σύμμειγμα: όρος που σχηματίζεται με σύντμηση και συνδυασμό δύο χωριστών όρων (Κ. Βαλεοντής, Βασικές έννοιες και αρχές της Ορολογίας, 2019, Αθήνα, σελ. 92 https://web.archive.org/web/20220302230858/http://www.elot.gr/K-VALEONTIS-V03_ELOT-2019-01-18.pdf)
- συνδυασμός, μίγμα Βικιλεξικό
- Πρόκειται για έργα που δημιουργήθηκαν ως σύμμειγμα καλλιτεχνικών διενέξεων ανάμεσα σε δασκάλους παλαιότερης γενιάς αλλά και νέους δημιουργούς που εκφράζονται με έργα νέων εικαστικών μέσων (Δημοτική Πινακοθήκη Μαλεβιζίου, «GENERATIONS 1960-2019», Έκθεση σύγχρονης Τέχνης, Δήμος Μαλεβιζίου https://malevizi.gov.gr/wp-content/uploads/2020/05/GENERATIONS-1969-19-1.pdf)
Ετυμολογία
σύμμειγμα < (συν) σύμ- + μείγμα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμμειγμα | συμμείγματα |
| Γενική | συμμείγματος | συμμειγμάτων |
| Αιτιατική | σύμμειγμα | συμμείγματα |
| Κλητική | σύμμειγμα | συμμείγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →