σύμπας
•
- λόγιοολόκληρος, χωρίς εξαιρέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύμπας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύμπας < (σύν) σύμ- + πᾶς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμπας | σύμπασα | σύμπαν |
| Γενική | σύμπαντος | συμπάσης / σύμπασας | σύμπαντος |
| Αιτιατική | σύμπαντα | σύμπασα | σύμπαν |
| Κλητική | σύμπας | σύμπασα | σύμπαν |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμπαντες | σύμπασες | σύμπαντα |
| Γενική | συμπάντων | συμπασών | συμπάντων |
| Αιτιατική | σύμπαντες | σύμπασες | σύμπαντα |
| Κλητική | σύμπαντες | σύμπασες | σύμπαντα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →