Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύμπας

/ˈsim.bas/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοολόκληρος, χωρίς εξαιρέσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύμπας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύμπας < (σύν) σύμ- + πᾶς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύμπαςσύμπασασύμπαν
Γενικήσύμπαντοςσυμπάσης / σύμπασαςσύμπαντος
Αιτιατικήσύμπαντασύμπασασύμπαν
Κλητικήσύμπαςσύμπασασύμπαν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύμπαντεςσύμπασεςσύμπαντα
Γενικήσυμπάντωνσυμπασώνσυμπάντων
Αιτιατικήσύμπαντεςσύμπασεςσύμπαντα
Κλητικήσύμπαντεςσύμπασεςσύμπαντα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →