σύμπηξη
•
- από κοινού δημιουργία, κοινή ενέργεια δύο ή περισσότερων μερών που οδηγεί στη δημιουργία σταθερών δεσμών μεταξύ τους Βικιλεξικό
- Ο Ρήγας απέκλειε εκ προοιμίου τη σύμπηξη ομοσπονδίας μικρών κρατών. Η Ελληνική Δημοκρατία έπρεπε να είναι ενιαία και αδιαίρετη, συγκροτούμενη από μικρά έθνη στα οποία θα καλλιεργείτο, επιμελώς ως αρραγής κοινωνικός ιστός, το συναίσθημα της δημοκρατικής αρετής (Κ. Παναγόπουλος, Κ. Κριμίζης, Digesta OnLine Law Review, 2014 https://books.google.gr/books?id=rQtgBwAAQBAJ&lpg=PT237&dq=σύμπηξη&pg=PT237#v=onepage&q=σύμπηξη&f=false)
Ετυμολογία
σύμπηξη < αρχαία ελληνική σύμπηξις < συμπήγνυμι < σύν + πήγνυμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμπηξη | συμπήξεις |
| Γενική | σύμπηξης | συμπήξεων |
| Αιτιατική | σύμπηξη | συμπήξεις |
| Κλητική | σύμπηξη | συμπήξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →