Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύμπλεξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γενικότερατο αποτέλεσμα ή η ενέργεια του συμπλέκω Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραη διασύνδεση εξαρτημάτων που βρίσκονται στον ίδιο άξονα για τη μετάδοση περιστροφικής κίνησης (λ.χ. στα οχήματα) με τη χρήση του συμπλέκτη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύμπλεξη < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύμπλεξησυμπλέξεις
Γενικήσύμπλεξηςσυμπλέξεων
Αιτιατικήσύμπλεξησυμπλέξεις
Κλητικήσύμπλεξησυμπλέξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →