σύμπλεξη
•
- γενικότερατο αποτέλεσμα ή η ενέργεια του συμπλέκω Βικιλεξικό
- ειδικότεραη διασύνδεση εξαρτημάτων που βρίσκονται στον ίδιο άξονα για τη μετάδοση περιστροφικής κίνησης (λ.χ. στα οχήματα) με τη χρήση του συμπλέκτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύμπλεξη < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμπλεξη | συμπλέξεις |
| Γενική | σύμπλεξης | συμπλέξεων |
| Αιτιατική | σύμπλεξη | συμπλέξεις |
| Κλητική | σύμπλεξη | συμπλέξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →