σύμπτωμα
•
- παλιότερα χρησιμοποιείτο ως όρος για κάποιο τυχαίο περιστατικό που οφειλόταν σε σύμπτωση, αλλά σήμερα πια ο όρος είναι κυρίως ιατρικός και σημαίνει τις ενδείξεις, εξωτερικές και μη, μιας ασθένειας Βικιλεξικό
- δεν παρατήρησα συνοδά συμπτώματα, είπε ο γιατρός
- μα γίνεται να είμαι άρρωστος δίχως κανένα σύμπτωμα;
- η θεραπεία πρέπει να αρχίσει προτού εκδηλωθούν τα συμπτώματα;;
Ετυμολογία
σύμπτωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύμπτωμα (τυχαίο γεγονός) < συμπίπτω < συν + πίπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύμπτωμα | συμπτώματα |
| Γενική | συμπτώματος | συμπτωμάτων |
| Αιτιατική | σύμπτωμα | συμπτώματα |
| Κλητική | σύμπτωμα | συμπτώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →