Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύμπτωμα

/ˈsiɱ.pto.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παλιότερα χρησιμοποιείτο ως όρος για κάποιο τυχαίο περιστατικό που οφειλόταν σε σύμπτωση, αλλά σήμερα πια ο όρος είναι κυρίως ιατρικός και σημαίνει τις ενδείξεις, εξωτερικές και μη, μιας ασθένειας Βικιλεξικό
    • δεν παρατήρησα συνοδά συμπτώματα, είπε ο γιατρός
    • μα γίνεται να είμαι άρρωστος δίχως κανένα σύμπτωμα;
    • η θεραπεία πρέπει να αρχίσει προτού εκδηλωθούν τα συμπτώματα;;

Ετυμολογία

σύμπτωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύμπτωμα (τυχαίο γεγονός) < συμπίπτω < συν + πίπτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύμπτωμασυμπτώματα
Γενικήσυμπτώματοςσυμπτωμάτων
Αιτιατικήσύμπτωμασυμπτώματα
Κλητικήσύμπτωμασυμπτώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →