σύμπτωσις
•
- ταυτόχρονη πτώση Βικιλεξικό
- μεταφορικάσύμπτωση, τυχαίο γεγονός Βικιλεξικό
- ελληνιστική σημασίακατάπτωση, συντριβή Βικιλεξικό
- ελληνιστική σημασίακαταβύθιση Βικιλεξικό
- ελληνιστική σημασίασυνάντηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύμπτωσις < συμπίπτω (πέφτω μαζί). Μορφολογικά, σύμ- + πτω- πτῶσις
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →