Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύμπτωσις

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ταυτόχρονη πτώση Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσύμπτωση, τυχαίο γεγονός Βικιλεξικό
  3. ελληνιστική σημασίακατάπτωση, συντριβή Βικιλεξικό
  4. ελληνιστική σημασίακαταβύθιση Βικιλεξικό
  5. ελληνιστική σημασίασυνάντηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύμπτωσις < συμπίπτω (πέφτω μαζί). Μορφολογικά, σύμ- + πτω- πτῶσις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →