Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύνδειπνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου συνδειπνεί, που δειπνεί μαζί με κάποιον άλλον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύνδειπνος < αρχαία ελληνική σύνδειπνος < δεῖπνον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύνδειπνοςσύνδειπνοι
Γενικήσυνδείπνου / σύνδειπνουσυνδείπνων / σύνδειπνων
Αιτιατικήσύνδειπνοσυνδείπνους / σύνδειπνους
Κλητικήσύνδειπνεσύνδειπνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →