σύνδικος
•
- νομικός όροςεκπρόσωπος εταιρείας, σωματείου σε μία δίκη Βικιλεξικό
- επίτροπος των υποθέσεων ομάδας, εταιρείας, σωματείου, κοινότητας, κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύνδικος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύνδικος (συνήγορος) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική syndic (υπεύθυνος σωματείου) < λατινική syndicus< αρχαία ελληνική σύνδικος. Μορφολογικά, σύν (σύν-) + δίκ(η) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύνδικος | σύνδικοι |
| Γενική | συνδίκου / σύνδικου | συνδίκων |
| Αιτιατική | σύνδικο | συνδίκους / σύνδικους |
| Κλητική | σύνδικε | σύνδικοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →