σύνθρονο
•
- σειρά καθισμάτων σε ημικυκλική διάταξη μέσα στο ιερό του ναού και πίσω από την Aγία Tράπεζα που προορίζονταν για τους επισκόπους που παρακολουθούσαν την ακολουθία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύνθρονο < σύν + θρόνος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύνθρονο | σύνθρονα |
| Γενική | συνθρόνου / σύνθρονου | συνθρόνων / σύνθρονων |
| Αιτιατική | σύνθρονο | σύνθρονα |
| Κλητική | σύνθρονο | σύνθρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →