Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύννους

/ˈsi.nus/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςβυθισμένος σε σκέψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύννους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύννους, αττικός τύπος του σύννοος < σύν- + -νους (νοῦς / νόος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύννουςσύννουςσύννουν
Γενικήσύννου—σύννου
Αιτιατικήσύννου—σύννουν
Κλητικήσύννους—σύννουν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύννοες—σύννοα
Γενικήσυννόων—συννόων
Αιτιατικήσύννοες—σύννοα
Κλητικήσύννοες—σύννοα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →