σύνοψη
•
- σύντομη (συνοπτική) μορφή ενός κειμένου ή συγγράμματος Βικιλεξικό
- η ιερά σύνοψη, βιβλίο με τις βασικές χριστιανικές εκκλησιαστικές ακολουθίες Βικιλεξικό
- η σύνοψη των ευαγγελίων, βιβλίο στο οποίο συγκρίνονται τα κείμενα των ευαγγελίων, στα γεγονότα που περιγράφουν. Συνήθως παρατίθενται σε 4 στήλες. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύνοψη < αρχαία ελληνική σύνοψις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύνοψη | συνόψεις |
| Γενική | σύνοψης | συνόψεων |
| Αιτιατική | σύνοψη | συνόψεις |
| Κλητική | σύνοψη | συνόψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →