Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύντμηση

/ˈsin.dmi.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γλωσσολογίαη παράλειψη του μεσαίου τμήματος μιας λέξης Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαη παράλειψης οποιουδήποτε τμήματος μιας λέξης Βικιλεξικό
    • < υπώνυμα: αμφίτμηση, απότμηση, πρότμηση
  3. γενικότεραη απόδοση λέξης με παράλειψη οποιουδήποτε τμήματός της π.χ. με βραχυγραφία ή αποκοπή συλλαβών Βικιλεξικό
    • σύντμηση ονόματος/τίτλου
  4. λόγιοη συντόμευση, μείωση μεγέθους, διάρκειας ή έκτασης Βικιλεξικό
    • σύντμηση χρόνου

Ετυμολογία

σύντμηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σύντμη(σις) (συγκοπή) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσύντμησησυντμήσεις
Γενικήσύντμησηςσυντμήσεων
Αιτιατικήσύντμησησυντμήσεις
Κλητικήσύντμησησυντμήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →