Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σύσπαστος

/ˈsi.spa.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να μαζεύεται, να συμπτύσσεται ή να κλείνει με σύσπαση Βικιλεξικό
  2. ιατρικήπου έχει παρουσιάσει συστολή και δυσκαμψία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σύσπαστος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύσπαστος (που μπορεί να συμπτυχθεί). Μορφολογικά αναλύεται σε σύ- + σπαστός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύσπαστοςσύσπαστησύσπαστο
Γενικήσύσπαστουσύσπαστηςσύσπαστου
Αιτιατικήσύσπαστοσύσπαστησύσπαστο
Κλητικήσύσπαστεσύσπαστησύσπαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσύσπαστοισύσπαστεςσύσπαστα
Γενικήσύσπαστωνσύσπαστωνσύσπαστων
Αιτιατικήσύσπαστουςσύσπαστεςσύσπαστα
Κλητικήσύσπαστοισύσπαστεςσύσπαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →