σύσταση
•
- το υλικό ή οι ουσίες από τις οποίες αποτελείται κάτι Βικιλεξικό
- η σύσταση του φαρμάκου
- συνεκδοχικάτα μέλη ή τα όργανα από τα οποία αποτελείται ένα σύνθετο σύνολο Βικιλεξικό
- για τη σύσταση του συμβουλίου έγινε πολύ λόγος
- η οργάνωση ανθρώπων σε ένα σύνολο με σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένων σκοπών Βικιλεξικό
- αποφασίστηκε η σύσταση εταιρείας
- στρατιωτικός όροςη ανοργάνωτη κι άτακτη συσπείρωση στρατιωτών γύρω από ένα σημείο ή πρόσωπο με σκοπό την απόκρουση μιας αιφνιδιαστικής επίθεσης Βικιλεξικό
- πληθυντικόςη γνωστοποίηση από κάποιον του ονόματος, του επαγγέλματος ή κάθε άλλης ιδιότητας ενός προσώπου που θεωρείται απαραίτητη στην πρώτη συνάντησή του με κάποιον τρίτο Βικιλεξικό
- θα κάνεις τις συστάσεις; Δεν τους γνωρίζω όλους εδώ
- έγγραφο, που παρέχεται από τον εργοδότη συνήθως, το οποίο πιστοποιεί τις ικανότητες ενός ατόμου και την προηγούμενη επαγγελματική ή άλλου είδους εμπειρία του Βικιλεξικό
- πήρε τις καλύτερες συστάσεις για τον μελλοντικό του ενοικιαστή
- προτροπή ή συμβουλή σε κάποιον, για να ενεργήσει σε κάτι ή να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά Βικιλεξικό
- η σύσταση του γιατρού ήταν να πίνει πολλά υγρά
- η άσκηση κριτικής που συνοδεύεται από υποδείξεις Βικιλεξικό
- η σύσταση του καθηγητή τον έκανε να μελετήσει περισσότερο
- η διεύθυνση κατοικίας ή εργασίας κάποιου Βικιλεξικό
- ήθελα να σου στείλω λουλούδια, αλλά δεν είχα τη σύστασή σου
Ετυμολογία
σύσταση < καθαρεύουσα σύστασις < συν- + στάση (< στάσις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύσταση | συστάσεις |
| Γενική | σύστασης | συστάσεων |
| Αιτιατική | σύσταση | συστάσεις |
| Κλητική | σύσταση | συστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →