σύστημα
•
- σύνολο μερών ή πραγμάτων με στενή σχέση ενότητας ή αλληλεξάρτησης στην πραγμάτωση κάποιου στόχου, ή εργασίας, ή ισορροπίας. Βικιλεξικό
- σύστημα τροφοδοσίας κινητήριων μηχανών
- Σύμφωνα με τον Helmut Willke, κάθε σύστημα αντιμετωπίζει, στη σχέση του με το περιβάλλον, το πρόβλημα της περιπλοκότητας: Η περιπλοκότητα δηλοί τον βαθμό πολυμορφίας, διαπλοκής και τον φόρτο των συνεπακόλουθων σ' ένα πεδίο αποφάσεων (Wilke, 1996, σ. 42) (Θωμάς Μαυροφίδης, Κοινωνία και σύστημα: Εισαγωγή στη σύγχρονη συστημική θεωρία, εκδ. Πατάκης, 2025, σελ. 96)
- Δεν αλλάζεις εύκολα έναν από τη φύση του συντηρητικό θεσμό που είναι ο τρόπος γραφής, για να περάσεις σε μια τελείως διαφορετική γραφή και ως μορφή και ως σύστημα: να περάσεις από μια συλλαβογραφική γραφή (τη γραμμική Β) σε μια φθογγογραφική συμφωνογραφική γραφή (το φοινικικό σύστημα) που οι Ελληνες μετέτρεψαν στο πρώτο πραγματικό αλφάβητο. (Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Η συμβολή τού ελληνικού αλφαβήτου στον πολιτισμό μας, tovima.gr 01/11/2014 https://www.tovima.gr/2014/11/01/opinions/i-symboli-toy-ellinikoy-alfabitoy-ston-politismo-mas/)
- μέθοδος κατασκευής, σύνθεσης, ανάλυσης, ή λειτουργίας Βικιλεξικό
- συνδυασμός επιλογής τρόπων λειτουργίας, εκπαίδευσης κ.λπ. Βικιλεξικό
- εκπαιδευτικό σύστημα
- ακολουθούμενη τακτική, ή θεωρία χωρίς παρέκκλιση Βικιλεξικό
- κατά σύστημα
- πληροφορικήτο υλικό (hardware) και το λογισμικό (software) ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σύστημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύστημα < συνίστημι, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική système και αγγλική system < αρχαία ελληνική σύστημα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σύστημα | συστήματα |
| Γενική | συστήματος | συστημάτων |
| Αιτιατική | σύστημα | συστήματα |
| Κλητική | σύστημα | συστήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →